Ομίχλη (1)

Δεκεμβρίου 19, 2007 at 9:25 πμ (Ομίχλη) (, , )

Ο καπνός από το τσιγάρο σταμάτησε λίγο έξω από το κάγκελο της βεράντας. Σαν ένα αόρατο παγωμένο χέρι να τον στερεοποίησε, δημιουργώντας ένα άμορφο ανάγλυφο αγαλματίδιο. Μέχρι ν’ ανοιγοκλείσει τα μάτια του, σιγά σιγά η “μορφή” άρχισε να διαλύεται, όσο μπορούσε, μέσα στην ομίχλη. Ίσα που διακρινόταν το φώς στο απέναντι διαμέρισμα. Απόκοσμη βραδιά, λες και ο Πλάστης αποφάσισε να ρίξει ένα κοσμικό απολυμαντικό για να αφανίσει τα παρασιτικά δημιουργήματά του. Άπλωσε το χέρι του και ακούμπησε το γαλακτώδες, υγρό σύννεφο. Ανατρίχιασε. Σαν ν’ ακούμπησε βελούδο, κάτι ζωντανό, που τραβήχτηκε τρομαγμένο από την επαφή με το ξένο σώμα.
Το τσιγάρο τελείωσε. Η γόπα έπεσε από το χέρι του, την παρακολουθήσε να πέφτει αργά, σαν να αψηφούσε τη βαρύτητα. Το σπίτι ήταν σκοτεινό. Μόνο η τηλεόραση φώτιζε, χωρίς φωνή. Έδειχνε κάποιους με κάτι μικρόφωνα στα χέρια να χαχανίζουν. Γνώριμο σκηνικό. Πήγε στο γραφείο του. Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου »

Μόνιμος σύνδεσμος Γράψτε ένα σχόλιο

Χαραμίζοντας την αρχή

Δεκεμβρίου 18, 2007 at 1:58 μμ (Γράφωντας)

“Βοήθεια, βοήθεια” μια σιωπηλή κραυγή φωνάζει στο κεφάλι του. “Άφησε με να βγω, δεν αντέχω!”

Ούτε αυτός αντέχει και ξεσπά. Τα δάχτυλά του, χτυπούν αλύπητα τα πλήκτρα. Μια οξεία του ξεφεύγει, αλλά την αφήνει. Δεν πειράζει, δεν έχει χρόνο. Πρέπει γρήγορα ν’ αρχίσει. Ίσα που προλαβαίνει, στέκεται σε μια ίνα πραγματικότητας, λίγο πριν το στόμα της τρέλας που περιμένει να τον κατασπαράξει.

“Έρχομαι, αλήτη, μην ανησυχείς” του φωνάζει, “θα σώσω… να σωθώ”. Το σφυροκόπημα συνεχίζεται, τα enter πολλά περισσότερα από τα backspace, οι λέξεις πολλαπλασιάζονται σαν καλογαμημένες κουνέλες. Κι άλλη, κι άλλη γεμίζουν τη λευκότητα της οθόνης, σαν περίεργα έντομα, από άλλο κόσμο, που πολλαπλασιάζονται κατά χιλιάδες…

“Περιμενέ με, έρχομαι…”

Μόνιμος σύνδεσμος Γράψτε ένα σχόλιο